top of page
war.jpg

Γιατί Πόλεμος ;

Το 1932 ο Α. Einstein επέλεξε να απευθύνει το ερώτημά του για τα αίτια του πολέμου στον S. Freud, θεωρώντας ότι ο πόλεμος είναι περισσότερο πρόβλημα της ανθρώπινης φύσης, παρά συμφερόντων.
 

Ο Αϊνστάιν γράφει στον Φρόυντ:
 

«Υπάρχει τρόπος να ελευθερωθεί η ανθρωπότητα από την απειλή του πολέμου;»
 

Με αυτό το ερώτημα προσπαθεί να καταλάβει αν η ανθρώπινη φύση μπορεί πραγματικά να ξεφύγει από τη βία.
 

Όταν ο πόλεμος εξετάζεται μέσα από το πρίσμα της ψυχανάλυσης, παύει να ερμηνεύεται αποκλειστικά ως αποτέλεσμα πολιτικών συγκρούσεων, οικονομικών συμφερόντων ή γεωστρατηγικών επιδιώξεων. Για να κατανοήσουμε πραγματικά την επαναλαμβανόμενη παρουσία της βίας στην ιστορία της ανθρωπότητας πρέπει να εξετάσουμε τις βαθύτερες ψυχικές διαδικασίες που συνδέουν το άτομο με την κοινωνία.

Ο Freud υποστήριξε ότι η ψυχική ζωή οργανώνεται γύρω από τη σύγκρουση ανάμεσα στο ένστικτο της ζωής, που σχετίζεται με τη δημιουργία, την αγάπη και τη συνεργασία, και στο ένστικτο του θανάτου, το οποίο εκφράζεται μέσα από την επιθετικότητα και την καταστροφή. Όταν η ισορροπία ανάμεσα στα δύο αυτά ένστικτα διαταράσσεται, η επιθετικότητα μπορεί να κυριαρχήσει. Τότε, το κομμάτι της προσωπικότητας που λειτουργεί ως εσωτερικός ηθικός κριτής (το Υπερεγώ) παύει να είναι απλώς φορέας ηθικών αξιών και μετατρέπεται σε έναν ακραία ηθικοπλαστικό και αυστηρό τιμωρό.
 

Σε συνθήκες πολέμου το υπερεγώ δεν λειτουργεί μόνο σε ατομικό επίπεδο αλλά αποκτά και μια κοινωνική διάσταση. Το κράτος, οι θεσμοί και οι πολιτικοί ηγέτες μπορούν να λειτουργήσουν ως ένα είδος «συλλογικού υπερεγώ» που καθοδηγεί τη συμπεριφορά των πολιτών. Με αφηγήματα που περιλαμβάνουν το στοιχείο της ηθικής, του καλού και του ωφέλιμου, οι ηγέτες ενός κράτους καταφέρνουν μέσα από την ιδεολογία, τον πατριωτισμό και τον πολιτισμό, να κινητοποιήσουν την επιθετικότητα των ατόμων και να τη μετατρέψουν σε ηθικά δικαιολογημένη πράξη. Άρα πράξεις που σε καιρό ειρήνης θεωρούνταν εγκληματικές, όπως η θανάτωση άλλων ανθρώπων, παρουσιάζονται στον πόλεμο ως πράξεις ηρωισμού ή καθήκοντος απέναντι σε ένα έθνος που νοιάζεται για το γενικό καλό και το δημόσιο συμφέρον. Με αυτόν τον τρόπο η ατομική επιθετικότητα εντάσσεται σε ένα ευρύτερο συλλογικό πλαίσιο και αποκτά ηθική νομιμοποίηση.
 

Παράλληλα, δημιουργείται η εικόνα του εχθρού. Ανάμεσα στο ηθικό και το καλό, αντιτάσσεται το κακό και το ανήθικο. Από τα αρχικά στάδια της ζωής μας, κάθε άτομο τείνει να χωρίζει τον κόσμο σε “καλό” και “κακό”, προκειμένου να αντιμετωπίσει το άγχος και την αβεβαιότητα. Συνήθως, τα θετικά/καλά στοιχεία διατηρούνται εσωτερικά ως μέρος του εαυτού, ενώ τα αρνητικά απορρίπτονται και προβάλλονται σε εξωτερικές καταστάσεις, σε άλλους ανθρώπους. Όταν αυτή η ψυχική λειτουργία μεταφέρεται από το ατομικό στο συλλογικό επίπεδο, μπορεί να οδηγήσει στη δημιουργία της έννοιας του εχθρού. Οι κοινωνικές ομάδες προβάλλουν σε άλλες ομάδες τα χαρακτηριστικά που δεν θέλουν να αναγνωρίσουν στον εαυτό τους, όπως την επιθετικότητα, τη βαρβαρότητα ή την απειλή. Έτσι δημιουργείται μια ψυχολογική εικόνα του “Άλλου” ως φορέας όλων των αρνητικών στοιχείων.
 

Οι κοινωνίες συχνά έχουν ψυχολογική ανάγκη από την ύπαρξη ενός εχθρού. Η ύπαρξη ενός αντιπάλου λειτουργεί ως μηχανισμός ενίσχυσης της συλλογικής ταυτότητας, καθώς επιτρέπει στα μέλη μιας ομάδας να ορίσουν τον εαυτό τους μέσα από τη διάκριση ανάμεσα στο “εμείς” και οι “άλλοι”. Ο εχθρός γίνεται ο φορέας της απειλής αλλά ταυτόχρονα και ο αποδέκτης της επιθετικότητας που υπάρχει μέσα στην ίδια την κοινωνία. Δηλαδή, μέσα από αυτή τη διαδικασία τα άτομα μπορούν να εκτονώσουν την επιθετικότητα τους και να διατηρήσουν την αίσθηση ενότητας της ομάδας στην οποία ανήκουν. Για αυτό, ακόμα και όταν δεν υπάρχει ένας πραγματικός αντίπαλος, μπορεί να δημιουργηθεί ένας νέος μέσω ιδεολογικών ή πολιτικών αφηγήσεων. Με αυτόν τον τρόπο ο εχθρός δεν είναι μόνο μια εξωτερική απειλή αλλά και μια ψυχική κατασκευή που συμβάλλει στη σταθερότητα της συλλογικής ταυτότητας.
 

Στο πλαίσιο αυτό, το άτομο αισθάνεται ότι αποτελεί μέρος ενός μεγαλύτερου συνόλου και έτσι είναι πιο πιθανό να ακολουθήσει συλλογικές αποφάσεις ακόμη και όταν αυτές περιλαμβάνουν βίαιες πράξεις. Η ευθύνη για τις πράξεις διαχέεται στο σύνολο της ομάδας, γεγονός που μειώνει το αίσθημα προσωπικής ενοχής. Μέσα σε αυτή τη συλλογική ψυχολογική κατάσταση, τα άτομα μπορεί να εκδηλώσουν πιο πρωτόγονες και παρορμητικές συμπεριφορές, ενώ ταυτόχρονα ενισχύεται η υπακοή προς τον ηγέτη ή την ιδεολογία που εκφράζει την ομάδα. Η ομαδική αυτή δυναμική καθιστά δυνατή την κινητοποίηση μεγάλων πληθυσμών προς τη βία και τον πόλεμο, ακόμη και όταν οι ίδιοι οι άνθρωποι σε ατομικό επίπεδο θα δίσταζαν να συμμετάσχουν σε τέτοιες πράξεις.
 

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ενισχύεται η διαδικασία της δαιμονοποίησης του εχθρού. Ο εχθρός παρουσιάζεται αρχικά μέσα από αρνητικά στερεότυπα και στη συνέχεια αποανθρωποποιείται. Σταδιακά παύει να θεωρείται πλήρως ανθρώπινος και αντιμετωπίζεται ως κάτι κατώτερο ή επικίνδυνο που πρέπει να εξαλειφθεί. Η ιστορία παρέχει πολλά παραδείγματα αυτής της διαδικασίας, όπου ο αντίπαλος παρουσιάζεται ως παράσιτο, ζώο ή δαιμονική μορφή. Όταν ο εχθρός δεν θεωρείται πια πραγματικός άνθρωπος, η καταστροφή του μπορεί να εμφανιστεί ως αναγκαία πράξη αυτοάμυνας ή ακόμη και ως ηθικό καθήκον.
 

Κάπως έτσι νομιμοποιείται η βία και ο πόλεμος καταλήγει να αφήνει βαθιά ψυχικά τραύματα στα άτομα που συμμετέχουν σε αυτόν. Οι στρατιώτες συχνά επιστρέφουν από τον πόλεμο με έντονα συναισθήματα ενοχής, άγχους και ψυχολογικής σύγκρουσης. Ακόμη κι αν η κοινωνία τους έχει πείσει ότι οι πράξεις τους ήταν δικαιολογημένες, η εμπειρία της θανάτωσης ενός άλλου ανθρώπου μπορεί να δημιουργήσει μια βαθιά εσωτερική ρήξη. Το άτομο έρχεται αντιμέτωπο με την πραγματικότητα της πράξης του και συχνά δυσκολεύεται να ενσωματώσει αυτή την εμπειρία στην προσωπική του ταυτότητα. Το ποίημα του Wilfred Owen «Strange Meeting» (Παράξενη Συνάντηση), στο οποίο ένας στρατιώτης συναντά μετά θάνατον τον εχθρό που σκότωσε και συνειδητοποιεί ότι επρόκειτο για έναν άνθρωπο παρόμοιο με τον ίδιο, αποτυπώνει τη βαθιά τραγικότητα του πολέμου: την καθυστερημένη αναγνώριση ότι ο εχθρός δεν ήταν ποτέ απόλυτα διαφορετικός, αλλά μοιραζόταν την ίδια ανθρώπινη εμπειρία.
 

Ο πόλεμος δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο μέσα από πολιτικές ή οικονομικές συμφωνίες ή στρατιωτική ισορροπία δυνάμεων, αλλά απαιτεί και μια βαθύτερη ψυχική μεταμόρφωση. Η ειρήνη, σύμφωνα με τη Byles (2003), δεν είναι απλώς η απουσία πολέμου αλλά μια νοητική και πολιτισμική στάση που επιτρέπει την αποδοχή της διαφοράς και τη συνύπαρξη μεταξύ των ανθρώπων. Με αυτή την έννοια, η ψυχανάλυση μπορεί να συμβάλει όχι μόνο στην κατανόηση του πολέμου αλλά και στη διαμόρφωση ενός διαφορετικού τρόπου σκέψης ως μέσο αντιμετώπισης των ανθρώπινων συγκρούσεων.
 

 

Βιβλιογραφία

 

1.Byles, Joan Montgomery. "Psychoanalysis and War: The Superego and Projective Identification." Journal for the Psychoanalysis of Culture and Society, vol. 8 no. 2, 2003, p. 208-213. Project MUSE.
 

2.Freud, S. Group Psychology and the Analysis of the Ego. Standard Edition of Complete Works. Vol. 18. Ed. J. Strachey. London: Hogarth P, 1955.
 

3.Owen, W. (1920). Strange meeting. https://www.poetryfoundation.org/poems/47395/strange-meeting
 

4.Tolstoy, L., Einstein, A., Freud, S., & Gandhi, M. K. (2014). Γράμμα στον Άνθρωπο. Γιατί Πόλεμος; Γιατί Βία; Αρχέτυπο.
 

5.Volkam, Vamik D. (1988). The Need to Have Enemies and Allies. New York: Jason Aronson.

  • Facebook
bottom of page